Η Μυητική Διαδικασία στο Μαντείο του Τροφωνίου

Συζήτηση περὶ Μυθολογίας - Ἱστορίας

Η Μυητική Διαδικασία στο Μαντείο του Τροφωνίου

Δημοσίευσηἀπό ΧΑΒΟΥΤΣΑΣ ΒΛΑΣΗΣ » Τετ 26/04/2017 22:14

Η Μυητική Διαδικασία στο Μαντείο του Τροφωνίου


Μαντείο Τροφωνίου



Η Μυητική Διαδικασία




Η μοναδική μαρτυρία Μυητικής Εμπειρίας στο Μαντείο του Τροφωνίου που διασώθηκε και έφτασε μέχρι τις μέρες μας, βρίσκεται σε μια Πραγματεία του Πλούταρχου, με τίτλο “Περί του Σωκράτους Δαιμονίου”. Η αξία της εκτεταμένης αυτής αναφοράς δεν βρίσκεται μονάχα σε συνάρτηση με το περίφημο Μαντείο ως μοναδικό αρχαιοελληνικό Καταβάσιο στον Άδη, αλλά υπογραμμίζεται ταυτόχρονα από την μοναδικότητα των πληροφοριών που μεταφέρει σχετικά με την διαδικασία της χρησμοδοσίας στο άδυτο του Μαντείου. Αυτό τονίζεται, αφού είναι ήδη γνωστό ότι στην αρχαιότητα είχε γραφεί τόσο από τον Πλούταρχο, όσο και από τον Ιστορικό Δικαίαρχο μια Πραγματεία με τίτλο “Περί της εις Τροφωνίου Καταβάσεως”, διαφωτιστικά κείμενα, τα οποία δυστυχώς απωλέστηκαν. Η περιγραφή του μαντείου του Τροφωνίου, από τον περιηγητή Παυσανία, που είναι η πλέον μακροσκελής όσο και λεπτομερής, μεταξύ των Ελληνικών μαντείων, αποτελεί σήμερα την πλέον προσιτή εικόνα του περίφημου Ιερού, ενώ συμπληρώνεται βεβαίως, από την εν λόγω μαρτυρία του Πλούταρχου. Η διήγηση του περιστατικού και ο τρόπος με τον οποίο επιτυγχάνεται, αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, υπό το πρίσμα κατάθεσης αυθεντικής, αλλά και προσωπικής Ιερατικής Γνώσης, αφού άλλωστε είναι γνωστό ότι και ο ίδιος, διετέλεσε ιερέας στο Μαντείο των Δελφών. Η πολύτιμη Πραγματεία, λοιπόν, αφηγείται τις εμπειρίες κάποιου Τίμαρχου, ο οποίος επιθυμώντας να μάθει για την φύση του δαιμονίου του Σωκράτη, κατέβηκε στο περίφημο άντρο του Τροφωνίου. Μέσα από μια εκτενή διήγηση, ο νεαρός αυτός άνδρας μας πληροφορεί για όσα θαυμαστά είδε, και άκουσε μέσα σ’ αυτόν τον απόκοσμο Τάφο. Ίσως δεν είναι άκαιρο να διευκρινισθεί στο σημείο αυτό, ότι το επονομαζόμενο Μαντείο του Τροφωνίου, είχε περισσότερες από δέκα διαφορετικές ονομασίες. Τάφος, Μνήμα, Χάσμα, Καταβάσιον, Χρηστήριον, Στόμιον, Κατωρυχή, Σπήλαιον, Υπόγειον Οίκημα, Βόθρος με την έννοια του Θυσιαστηρίου, Υποβρύχιον, και τέλος σύμφωνα με Επιγραφή που βρέθηκε στην Λειβαδιά, οι ιερείς το αποκαλούσαν Σηκό.
Όλες αυτές οι ονομασίες, είναι ιδιωματικοί και κατηγορηματικοί προσδιορισμοί, ενός ελάχιστου κυψελοειδούς Τάφου, με διαστάσεις μόλις 4x8 πήχεων, σύμφωνα με την μαρτυρία του Περιηγητή.


Εκείνο που εναργώς φαίνεται ότι αντανακλά μια κάποια σημασία, είναι και ο τίτλος, αλλά και η αναγωγή του έργου κατά την περιγραφή του συγκεκριμένου περιστατικού. Εάν δεν υπήρχε πρόθεση εκ μέρους του Πλούταρχου να μετατοπιστεί το κέντρο βάρους του έργου από τα υπόλοιπα ιστορικά γεγονότα, που καταλαμβάνουν μάλιστα τη μεγαλύτερη έκταση μέσα σ’ αυτό, στην έκθεση της μυητικής εμπειρίας του Τίμαρχου, μια τέτοια επιλογή θα φάνταζε άσκοπη.

Έκπληξη προκαλεί επίσης η ακρίβεια με την οποία γίνεται η περιγραφή αλλά και η έκθεση στοιχείων με τρόπο λεπτομερειακό. Ωστόσο το όλο Κείμενο δεν δύναται να καταστεί ερμηνεύσιμο ενταγμένο στον πεπερασμένο σύγχρονο γνωστικό ορίζοντα .
Η Πραγματεία είναι τόσο δυσνόητη, που αν ποτέ γίνει κατανοητό, θα χρειαστεί την βοήθεια, πέραν της Αρχαιολογίας, και μερικών ακόμη επιστημών, όπως η Αστροφυσική, η Μικροβιολογία, η Μετεωρολογία, Γεωλογία, Ορυκτολογία, κ.α. πολλών.
Τα Μαθηματικά πάντα βρίσκονται στην πρώτη γραμμή.
Άλλωστε σύμφωνα με γραπτή πηγή το επονομαζόμενο Μαντείο του Τροφωνίου, κατά την πρακτική, “τας Πυθαγόρου είχεν γνώσεις.”


Ωστόσο, όλα εκείνα τα Επιφανειακά στοιχεία που συναντά κανείς στην κορυφή του λόφου όπου λειτουργούσε το άδυτο, αποκαλύπτουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την ιδιαιτερότητα του Χώρου, αφού άλλωστε τα ίδια αυτά στοιχεία, εκμαιεύουν το περιβόητο εκεί Δρώμενο.
Σύμφωνα λοιπόν με τις πληροφορίες που μεταφέρει ο Περιηγητής, η πολεοδομία της εποχής του 2ου μ.Χ αιώνα που μάλιστα διατηρήθηκε αναλλοίωτη μέχρι τα μέσα περίπου του 19ου αιώνα, όπως πιστοποιείται από γκραβούρες του 1850, είχε την εξής ανάπτυξη.
Ένας ποταμός, η Έρκυνα, ο ένας εκ των δύο ελληνικών ποταμών με θηλυκό όνομα (υπήρχε κι ένας δεύτερος στην Αρκαδία, με το όνομα Νέδα) διαχώριζε την Πόλη, ήταν το διαχωριστικό φράγμα, το έρκος, Έρκυνα, από τον εκτεταμένο, από τον μεγάλης έκτασης χώρο, στον οποίο είχε αναπτυχθεί το Ιερό του Τροφωνίου.
Στο Κείμενο περιγράφεται ως άλσος, ένα αληθινό δάσος, όπου μέσα ήσαν ιδρυμένα πάρα πολλά ιερά οικοδομήματα. Ο Παυσανίας υπογραμμίζει πολύ απλά μερικά από αυτά, ως τα “επιφανέστατα εν τω άλσει”.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες του αυτόπτη μάρτυρα, πάνω απ’ αυτό το εκτεταμένο Ιερό άλσος, με τα πολλά αποκλειστικώς θρησκευτικά καθιδρύματα, στην κορυφή του όρους, «..έστι δε το μαντείον υπέρ το άλσος, επί του όρους..» λειτουργούσε το επώνυμο Χρηστήριο. Η σαφής αυτή περιγραφή αποκλείει ένα ενδεχόμενο αμφισβήτησης σχετικά με την ακριβή θέση που βρισκόταν το Άδυτο.

Αυτός ο μικρός βουνός, αυτός ο μικρός λόφος, αυτός ο μικρός σαφώς περιγραφόμενος στο κείμενο του Φιλόστρατου ως γήλοφος, με την σειρά ορθωνόταν μέσα και γύρω από μιαν αξιοπρόσεκτη περιοχή. Τέσσερα ποτάμια διαχώριζαν τον βουνό, και ακόμη τον διαχωρίζουν από την υπόλοιπη «βέβηλη» περιοχή.
Από μόνο του το γήινο σπανιότατο φαινόμενο, ανάγει τον μικρό βουνό σε αληθινό Ιερό Όρος. Όμως οι εκπληκτικές Επιφάνειες δεν περιορίζονται μόνον σ’ αυτό.
Στην κορυφή του όρους εύκολα μπορεί να γίνουν διακριτά, μια σειρά από μοναδικά στοιχεία. Πρώτο πρώτο είναι το σπάνιο πέτρωμα που συναντιέται σ’ αυτήν την κορυφή, και πουθενά αλλού στην γύρω περιοχή.

Το πέτρωμα της κορυφής είναι συμπαγής σε μεγάλα τμήματα πυριτόλιθος, ένα χαρακτηριστικό στοιχείο που όπως θα διαπιστώσουμε στη συνέχεια βρίσκεται σε αντιστοιχία με όσα μεταφέρονται στην διήγηση του Τίμαρχου.
Εκτός από τον γηγενή κατά μία έννοια πυριτόλιθο, ένα δεύτερο περισσότερο εντυπωσιακό στοιχείο, είναι το δεσπόζον στην κορυφή ηφαιστειακό μάγμα.
Το γεγονός επιβεβαιώνει την γραπτή μαρτυρία του Κλήμη του Αλεξανδρέα, ότι τα μαντεία εκτός άλλων, έχουν και τον χαρακτήρα μιάς “οδού προς τον Άδη.
«..Άδυτα …βαράθρων στόμια τερατείας έμπλεα..»
Το σπανιότατο Φαινόμενο, εκτός από οντολογική παρουσία, έχει και θρησκευτική ταυτοποίηση. Ένα επώνυμο μνημείο του Αϊδωνέα κοσμεί την κορυφή του βουνού, επιβεβαιώνοντας και αποδεκτά αυτήν την κέλευθο.
Είναι ο πολύς Παυσανίας που θα διασώσει το εξής ακριβώς:
«..σ’ εκείνους που ανεβαίνουν στο μαντείο, και από εκεί προχωρήσουν στο μπροστινό μέρος του όρους, βρίσκεται η αρπαγή της Κόρης (της Περσεφόνης από τον Πλούτωνα..»

Η αναπάντεχη εδώ ηφαιστειακή λάβα, έχει ενσωματωμένες αρκετά μεγάλες αποστρογγυλεμένες πέτρες, κροκάλες, που εύκολα αναγνωρίζονται ως παρυδάτιες. Βρίσκονταν δηλαδή προηγουμένως σε όχθες ποταμού, ή σε παραλία θάλασσας. Περίεργο ίσως, αλλά ωστόσο αληθινό. Αυτό το σύμπλεγμα ηφαιστειακού μάγματος και παρυδάτιων πετρών, έχει άκρως λειτουργική παρουσία. Το ηφαιστειακό προϊόν αναγνωρίζεται από την Μετεωρολογία, ως ένας καθαρός Ανυψωτικός Μηχανισμός, Παραγωγής Νεφών με συνέπεια την παραγωγή βροχής, ενώ οι παρόχθιες πέτρες μέσω μιας Συμπαθητικής Μαγείας, έχουν την δική τους συμμετοχή, στην δημιουργία νεφών και βροχής.

Μ’ αυτές τις προϋποθέσεις, οι παροιμιώδεις βροχές της Λειβαδιάς, βρίσκουν την απόλυτη ερμηνεία. Είναι η μέριμνα του επώνυμου Σωσίπολη θεού που έχει εξασφαλίσει την ενυδάτωση του μικρόκοσμου της Πόλης , όπως ακριβώς σε αντιστοιχία ο μεγάλος Δημιουργός, έχει φροντίσει την ενυδάτωση της Γης, με αποθέματα νερού ακόμη και στην μορφή πάγων των Πολικών περιοχών.
Βεβαίως το πλέον περίβλεπτο μνημείο της Ιερής Κορυφής, είναι ένας υπερμεγέθης ναός του Διός Βασιλέως. Αυτή και μόνον η παρουσία του μεγάλου ναού θα ήταν αρκετή στο να καταδείξει την θέση του μαντείου του Τροφωνίου, ακόμα κι αν έλλειπε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία, σχετική με την θέση του.

Επίσης ένα μη αναφερόμενο από τον Παυσανία μνημείο, σημειώνεται μόλις κάποιος σήμερα βρεθεί στην επίπεδη κορυφή. Πρόκειται για έναν σεβαστών διαστάσεων Ομφαλό. Έναν Ομφαλό Δημιουργίας Ζωής, όπως η Θρησκειολογία ονομάζει τέτοιου τύπου Ομφαλούς.
Το εκπληκτικότερο ωστόσο μνημείο που διασώθηκε, και μάλιστα ζωντανό έως τις μέρες μας, είναι το αληθινά φοβερό δυώνυμο, ενός επίσης πυριτολιθικού Βώμού, σε ενιαία σύζευξη και εκδήλωση της Αιωνιότητας και της Αθανασίας, με ένα αείζωο Ιερό Δέντρο. Έναν Ερινεό. Μιάν αγριοσυκιά.

Εναν ήνεμόεντα έρινεό, μιάν ανεμόδαρτη αγριοσυκιά, όπως ο Όμηρος περιγράφει αυτό το είδος δέντρου, που αποτελεί σε όλες σχεδόν τις θρησκείες, (μεταξύ άλλων Χριστιανισμός, Βουδισμός) το Δέντρο των Θρησκειολογικών Αποκαλύψεων.

Ο Πλούταρχος λοιπόν, αρχίζει να εξιστορεί τα όσα συνέβησαν κατά την θρυλική Κατάβαση ως εξής:

«…ἔφη δὲ καταβὰς εἰς τὸ μαντεῖον περι τυχεῖν σκότῳ πολλῷ τὸ πρῶτον, εἶτ' ἐπευξάμενος κεῖσθαι πολὺν χρόνον οὐ μάλα συμφρονῶν ἐναργῶς εἴτ' ἐγρήγορεν εἴτ' ὀνειροπολεῖ• πλὴν δόξαι γε τῆς κεφαλῆς ἅμα ψόφῳ προσπεσόντι πληγείσης τὰς ῥαφὰς διαστάσας μεθιέναι τὴν ψυχήν…»

(Μας είπε λοιπόν, (Ο Τίμαρχος)πως όταν κατέβηκε στο μαντείο συνάντησε στην αρχή βαθύ σκοτάδι. Κατόπιν, αφού προσευχήθηκε, έμεινε ξαπλωμένος για πολύ ώρα, δίχως να καταλαβαίνει με απόλυτη ενάργεια αν ήταν σε εγρήγορση ή αν ονειρευόταν. Πλην, όμως, του φάνηκε ότι δέχτηκε ένα χτύπημα στο κεφάλι με συνοδεία κρότου και ότι οι ραφές του κρανίου χωρίστηκαν και άφησαν να φύγει η ψυχή)

Η περιγραφή μιας αίσθησης ως τέτοιας, η οποία συνεχίζεται μέσα σε όλη την αφήγηση, μας μεταφέρει θα έλεγε κανείς στο κλίμα του Μυητικού θανάτου του Τίμαρχου. Στην συνέχεια εκείνο που προκαλεί ενδιαφέρον είναι η χρήση ενός αξιοπρόσεκτου, όσο και αποκαλυπτικού, όπως θα αποδειχθεί στην συνέχεια, όρου και μάλιστα από έναν γνώστη της ιερατικής τέχνης όπως είναι ο Πλούταρχος.
Η προκείμενη περιγραφή έχει ως εξής.

«…ἔπειτα κατακούειν ἀμαυρῶς ῥοίζου τινὸς ὑπὲρ κεφαλῆς περιελαυνομένου φωνὴν ἡδεῖαν ἱέντος…»

(Κατόπιν, νόμισε ότι άκουσε θολά ένα σφύριγμα που γύριζε πάνω απ’ το κεφάλι του και άφηνε μια γλυκιά φωνή)

Ο όρος για τον οποίο γίνεται λόγο είναι ο ροίζος. Για μια ασφαλέστερη προσέγγιση του, καθώς και του νοήματος που αυτός αποδίδει μέσα στην πρόταση, κρίνεται σκόπιμη η ερμηνευτική απόδοση του όρου. Σύμφωνα λοιπόν με το Λεξικό, η λέξη ροίζος σημαίνει: κάθε συριστικός ήχος, το σύριγμα του εκτοξευόμενου βέλους, το σύριγμα των ποιμένων, ο θόρυβος των κινούμενων πτερύγων, η θορυβώδης κίνηση ρεύματος ή ρύακος, ο συριγμός όφεως.
Σε κάθε περίπτωση λοιπόν, ο όρος δηλώνει αναπαραγωγή ήχου μέσω ενός συριγμού. Η πιθανότερη εξήγηση που θα μπορούσε να δώσει κανείς σχετικά με το σφύριγμα που έφτασε στα αυτιά του μυούμενου τη δεδομένη στιγμή, είναι ότι ο δηλούμενος αυτός ήχος ως σφύριγμα, προερχόταν από την ροή του αίματος, καθώς αυτό εκτοξευόταν από τον πίδακα του λαιμού του ιερείου. Η διαδικασία της Θυσίας του κριού περιγράφεται από τον Παυσανία με ακρίβεια.
“κριόν θύουσιν ες βόθρον, επικαλούμενοι τον Αγαμήδην.” Αναφέρθηκε ήδη ότι μ’ αυτόν τον χαρακτηρισμό ήταν γνωστό το μαντείο του Τροφωνίου, ως χώρος θυσίας αιματηρής.

Μάλιστα συμπληρώνεται από την αντιστοιχία του παράλληλου βόθρου, στην “Νεκυομαντεία’’ του Λουκιανού «..τά μήλα(δηλ. πρόβατα) κατεσφάξαμεν και τον βόθρον εσπείσαμεν. (ραντίσαμε)..»

Κατά την διαδικασία δηλαδή της αιματηρής Θυσίας, το αίμα έπεφτε μέσα στον Τάφο, καλύπτοντας τον υποψήφιο μύστη, και βεβαίως ράντιζε τα τοιχώματα του επώνυμου τάφου, προς «συγκίνηση και ενεργοποίηση της θεότητας». Δεδομένου ότι η αιματηρή Θυσία αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του Δρώμενου, το ζώο που θυσιάζεται σε χθόνιες θεότητες, είναι απαρέγκλιτα μαύρο, και έχει στραμμένο το λαιμό του «προς το έρεβος». Δηλαδή προς τα κάτω. Ένα ακόμη στοιχείο άξιο αναφοράς, είναι ότι στο Μαντείο του Τροφώνιου, και βεβαίως όχι μόνον εκεί, ο κριός που θυσιαζόταν βρισκόταν σε ερωτική έξαρση. Στα Μιθραϊκά Μυστήρια αντίστοιχα, έσφαζαν έναν Ταύρο πάνω από μια εσχάρα και ο μυούμενος κυριολεκτικά βαπτιζόταν μέσα στο αίμα. Από την περίοδο της ερωτικής έξαρσης, συμπεραίνουμε σε ποια συγκεκριμένη στιγμή του χρόνου γινόταν η Θυσία και η Μύηση.

Η αφήγηση στην συνέχεια, εκτυλίσσεται μέσω ενός ιδιαιτέρως περιγραφικού και λεπτομερειακού τρόπου, εκθέτοντας με μεγάλη ακρίβεια όσα είδε και άκουσε ο νεαρός άνδρας, μέσα σ’ αυτόν τον απόκοσμο Τάφο. Μέσα σ’ έναν αληθινό λάκκο με φίδια. Επιγραμματικά λοιπόν, σύμφωνα με την διαδικασία της Κατάβασης που περιγράφεται από τον Παυσανία, ο επισκέπτης κατεβαίνει στον τάφο με μια ελαφριά κλίμακα – σκάλα, κρατάει στα χέρια του μελόπιττες «για να μην τον αδικήσουν τα φίδια» όπως λέγεται, και στην συνέχεια αναστρέφει μέσα στην οπή – Θήκη, όπου βρίσκονται όχι τα οστά του τοτεμικού Πύθωνα, όπως συμβαίνει στο άδυτο των Δελφών, αλλά δύο ζωντανά φίδια, που είναι υπόσταση των δίδυμων θεοτήτων, Τροφωνίου και Αγαμήδους. Στην συνέχεια το Παυσανιακό κείμενο κυρίως, πληροφορεί, ότι άλλος βλέπει και άλλος ακούει.
Επανερχόμενοι στο απόσπασμα του Πλούταρχου, ο Τίμαρχος έχει ένα φοβερό όραμα, ένα όραμα το οποίο συνοδεύει μια φωνή. Κατά την περιγραφή, τα μάτια του έβλεπαν αναρίθμητα νησιά, δια μέσου των οποίων απλωνόταν μια λίμνη ή θάλασσα η οποία έλαμπε από τα χρώματα που ανακατεύονταν. Ωστόσο αξίζει να σταθεί κανείς στην ακόλουθη περιγραφή.

«..ἀναβλέψας δὲ τὴν μὲν γῆν οὐδαμοῦ καθορᾶν, νήσους δὲ λαμπομένας μαλακῷ πυρὶ κατ' ἀλλήλων ἐξαμειβούσας ἄλλην ἄλλοτε χρόαν ὥσπερ
βαφὴν ἅμα τῷ φωτὶ ποικιλλομένῳ κατὰ τὰς μεταβολάς..»


(Όταν σήκωσε το βλέμμα του δεν είδε πουθενά γη αλλά νησιά που έλαμπαν με απαλή φωτιά και αντάλλασαν μεταξύ τους κάθε φορά και άλλο χρώμα, σαν βαφή, ενώ ταυτόχρονα το φως ποίκιλλε ανάλογα με τις μεταβολές τους)

Είναι αναγκαίο να τονιστεί ότι ο Τάφος ήταν σκαμμένος μέσα σε συμπαγή πυριτόλιθο. Ένα παράλληλο ενδεικτικό, συναντούμε στην οροφή του δωματίου, στον Θολωτό Τάφο του Μινύα στον Ορχομενό, που αποτελείται επίσης από πυριτόλιθο.

Έρευνες που έγιναν μετά το 2000 απέδειξαν ότι νανοκρύσταλλοι του πυριτίου εξαναγκάζονται σε παραγωγή έγχρωμου φωτός. Άλλωστε το αίμα κατά την επαφή του με τον πυριτόλιθο, εκδηλώνει έντονη φωταύγεια, και μάλιστα στους χρωματισμούς της Ίριδας. Η ιδιότυπη αλληλεπίδραση του πετρώματος με το θυσιαστικό αίμα, εκδηλώνει μέσα στον τάφο Φως, και παρέχει λειτουργία. Φυσιολογικά λοιπόν, εκείνος που επιχειρεί την Κατάβαση είναι εκτεθειμένος σε ιονισμό μεγάλης έντασης.
Ένα φαινόμενο που επηρεάζει τον ανθρώπινο οργανισμό σε τέτοιο βαθμό, έως που σε πολλές περιπτώσεις τον απορρυθμίζει. Ο Περιηγητής, επιπλέον, δίνει μια σημαντική πληροφορία: Εκείνος που κατεβαίνει στο άδυτο, φοράει υποδήματα με πολύ χοντρές σόλες. Συνειρμικά λοιπόν, μόνον η ανάγκη για προστασία από την εκδήλωση ισχυρής ακτινοβολίας, θα μπορούσε να δικαιολογήσει την χρήση υποδημάτων με χοντρές σόλες. Έτσι εκείνο το δυσνόητο σχήμα: τὴν μὲν γῆν οὐδαμοῦ καθορᾶν δικαιολογεί απόλυτα, την αίσθηση της μονώσεως που του παρείχαν τα περίεργα υποδήματα.

Στην συνέχεια όμως η κίνηση που διαγράφουν τα νησιά αυτά περιγράφεται με τρόπο άκρως λεπτομερειακό και θα έλεγε κανείς σχεδόν αποκαλυπτικό. Συγκεκριμένα:

«…τὰς νήσους ἅμα περι γινομένας ἐπανάγειν• οὐ μὴν εἰς ταὐτὸ τῇ ἀρχῇ συν-
άπτειν τὸ πέρας οὐδὲ ποιεῖν κύκλον, ἀλλ' ἡσυχῆ παραλλάσσειν τὰς ἐπιβολὰς ἕλικα ποιούσας μίαν ἐν τῷ περιστρέφεσθαι…»


(Μόλις τα νησιά κατόρθωναν να σκαρφαλώσουν στο κύμα, αμέσως επέστρεφαν πίσω, όχι όμως με τέτοιο τρόπο, ώστε το τέλος της κίνησής τους να είναι στο ίδιο σημείο με την αρχή της, ούτε έτσι ώστε να σχηματίζουν κύκλο, αλλά κάθε επιστροφή τους διέφερε ελαφρά από την προηγούμενη, με αποτέλεσμα να διαγράφουν έτσι μια έλικα με την περιστροφή)

Το ανέλπιστο αυτό περιγραφόμενο, γίνεται εκπληκτικό.
Οδηγεί σε μιαν αληθινή Αποκάλυψη. Ορίστε πώς:

Ένα απόσπασμα από κάποιον χαμένο Διθύραμβο του Πίνδαρου, αναφορικά με την Μύηση στα υποχθόνια Μυστήρια, αποδεικνύεται στην προκειμένη περίπτωση άκρως διαφωτιστικό. Πιο συγκεκριμένα ο λυρικός ποιητής λέει ότι:

«..ὄλβιος ὅστις ἰδὼν κεῖν' εἶσ' ὑπὸ χθόν'•
οἶδε μὲν βίου τελευτάν,
οἶδεν δὲ διόσδοτον ἀρχάν..»


Σημαίνει ότι:

(είναι τρισευτυχισμένος εκείνος που είδε όσα γίνονται υποχθόνια. Γνώρισε μεν το τέλος του βίου, αλλά συγχρόνως γνώρισε και την Αρχή που έδωσε ο Δίας)

Ο μυούμενος στα χθόνια μυστήρια, σύμφωνα με τον Πίνδαρο, έβλεπε το τέλος του σύντομου, του βραχέως βίου, όπως συνήθως λέγεται, και παράλληλα έβλεπε και την αρχή της ζωής. Την Αρχή της Αιώνιας Ζωής.

Επιστρέφοντας στην διήγηση του Πλουτάρχου, η κίνηση των νησιών, που δεν διαγράφει ακριβή κύκλο αλλά μιαν έλικα, περιγράφεται εδώ με μεγάλη και προσοχή και λεπτομέρεια. Σχεδόν αυθόρμητα θα έλεγε κανείς πως εκείνο που θυμίζει, είναι η δομή και η κίνηση των μορίων του DNA. Σύμφωνα με τον ορισμό της Επιστήμης:
“η διαμόρφωση των μεγάλων μορίων του DNA στον χώρο, έχει τη μορφή δύο επιμηκών αλύσεων, οι οποίες συστρέφονται ελικοειδώς μεταξύ τους.”
Η κίνηση αυτή που δεν περατώνεται σε τέλειο κλειστό κύκλο, δεν σχηματίζει κύκλο, και είναι αέναη, ασφαλώς από κάποιο σημείο εξικνείται, και προς κάποιο άλλο σημείο χωρεί. Δηλ. προχωράει στον Χώρο.
Η Επιστήμη των Μαθηματικών δεν έχει καταφέρει να λύσει με ακρίβεια το πρόβλημα του εμβαδού του κύκλου. Ακριβώς επειδή ο Φυσικός Κύκλος στην ουσία είναι μια συνεχώς κινούμενη έλικα. Η έλικα του DNA, η γενετική ταυτότητα κάθε έμβιου οργανισμού που μεταβιβάζεται με την αναπαραγωγική διαδικασία όπως επιτάσσει ο κύκλος της Ζωής. Αυτή η συνεχής ροή προδίδει αλλά κυρίως προϋποθέτει μιαν Αρχή. Ο Βίος, που σημαίνει το τέλος, το πέρας μέσα από την διαδοχή της γέννησης και του θανάτου, ανατροφοδοτεί την συνεχόμενη αέναη κίνηση. Αυτό που αναζητούν σήμερα οι επιστήμονες με το περίφημο πείραμα του CERN, την αρχή της ζωής όπως λέγεται, δεν είναι απίθανο να βρίσκει αντιστοιχία στα όσα θαυμαστά, είδαν τα μάτια του επισκέπτη μέσα στο περίφημο Άντρο. Προσδιοριστικά λοιπόν, αλλά και επιβεβαιωτικά ορθώνεται εδώ η ανεκτίμητη φράση του Θηβαίου λυρικού.

...οἶδεν δὲ διόσδοτον ἀρχάν...

Γνώρισε την Αρχή της Ζωής, που έδωσε ο Δίας.

Έτσι ονόμαζαν κάποτε τον Υπέρτατο θεό. Σήμερα φέρει άλλο όνομα.
Αν σε τελευταία θεώρηση υποθέσουμε ότι στο Μαντείο του Τροφωνίου ο μυούμενος δεν έβλεπε μόνον το τέλος του Σύντομου βίου, αλλά και την Αρχή και τουλάχιστον την Αρχή, η οποία βεβαιότατα συνέβη, τότε εύλογα τίθεται το εξής ερώτημα:
Τι επιτέλους ήταν αυτή η έλικα; Ποιός ήταν ο χαρακτήρας της; Εάν δεν σήμαινε αυτό που διακαώς αναζητείται από την σύγχρονη Επιστήμη, τί άλλο θα ήταν δυνατόν να σημαίνει; Πώς αλλιώς θα μπορούσε να ερμηνευθεί αυτός ο καταυγαστικός Θησαυρός που μας κληροδότησε ο Κύκνος της Θήβας;
Αν εδώ δεν παρουσιάζεται μια ολοκληρωμένη Γνώση τότε τίθενται σε αμφισβήτηση διανοητικές αξίες με παγκόσμια αναγνώριση.
Ο Πυθαγόρας έλεγε ότι οι άνθρωποι γίνονται βέλτιστοι όταν βαδίζουν προς τους θεούς.
Ο σοφός Θαλής ότι “τα χρηστήρια είναι πλήρη θεού”. Ο Αριστοτέλης το ίδιο ακριβώς, με μια ελαφρώς διαφορετική διατύπωση.
“Τα πάντα στα χρηστήρια πεπλήρωται θειότητος”.
Ο Πλούταρχος επίσης κάπου λέει ότι:
“πρόνοια θεών ενσκευασαμένη τα χρηστήρια πανταχόθεν οίχεται.”
(Όταν η Πρόνοια των θεών εγκατέλειψε τους Έλληνες, πήρε ως αποσκευές τα χρηστήρια)

Και όμως. Η σημερινή γνώση, η σχετική με την αξία και την χρήση των μαντείων είναι τέτοια, που απλά θεωρούμε ότι σ’ αυτά τα ‘’άθεα οικητήρια’’ κάποιοι φιλάργυροι ιερείς εξαπατούσαν τους «αφελείς» αρχαίους Έλληνες. Αν είναι δυνατόν! Εξαπατούσαν τους έχοντες αυτού του είδους την Ιερή Γνώση;

Η διήγηση του Τίμαρχου φτάνει στο τέλος της. Η φωνή στο άδυτο κάνει την εξής αποκάλυψη:

«..ταῦτα δ' εἴσῃ’ φάναι ‘σαφέστερον, ὦ νεανία, τρίτῳ μηνί• νῦν δ' ἄπιθι..»

(Αυτά θα τα μάθεις σαφέστερα σε τρείς μήνες. Τώρα όμως φύγε)

Η φωνή που καθοδηγεί τον νεαρό άνδρα, ανήκει στον επιφανή νεκρό, που διαμένει στον Τάφο. Καθ’ όλη τη διάρκεια του διαλόγου, ο νεκρός που επικοινωνεί από τη χώρα του θανάτου, παρουσιάζεται ως εκπρόσωπος των νεκρών στον γήινο Κόσμο αλλά και των ζωντανών στον Κάτω Κόσμο, αντιστοίχως. Έτσι λοιπόν, με την ιδιότητα που φέρει ως γνώστης του παρελθόντος του παρόντος και του μέλλοντος, πιστοποιείται η γνησιότητα και η αξιοπιστία του χρησμού. Όπως πληροφορούμαστε από τον Πλούταρχο, ο Τίμαρχος πέθανε τον τρίτο μήνα όπως προείπε η φωνή.
Μια καθοριστική φράση με την οποία κλείνει η αφήγηση, κάνει ξεκάθαρη την θέση ότι η Μύηση τελειώνει στο σημείο όπου ξεκίνησε. Ο Πλούταρχος στο τέλος δίνει την εξής πληροφορία.

«..εἶτα μέντοι μετὰ μικρὸν ἀνενεγκὼν ὁρᾶν αὑτὸν ἐν Τροφωνίου παρὰ τὴν εἴσοδον, οὗπερ ἐξ ἀρχῆς κατεκλίθη, κείμενον..»

(Έπειτα, όμως από λίγο συνήλθε και είδε τον εαυτό του να κείτεται στο Μαντείο του Τροφώνιου, πλάι στην είσοδο όπου και ξάπλωσε εξ’ αρχής)

Ο μυούμενος συνεπώς δεν μεταβαίνει με οποιοδήποτε τρόπο σε κάποιο χώρο μακρύτερα, ή έξω από το Άδυτο, πόσο μάλλον σε κάποιο μονοπάτι που οδηγούσε στον Κάτω Κόσμο, όπως αυθόρμητα αλλά και εσφαλμένα, θα μπορούσε να υποθέσει κάποιος.
Η καρδιά του Ιερού του Τροφωνίου, το Μαντείο, ο μικρός θολωτός τάφος, είναι προπομπός των αργότερα μνημειωδών μυκηναϊκών τάφων τύπου Ατρέως. Τοποθετείται με χρονολογική προσέγγιση στα Υπονεολιθικά χρόνια έως την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού, δηλαδή κάπου ανάμεσα στα 2900-2600 π.Χ.
Στην κοιλάδα της Μεσσαράς στην Κρήτη αποκαλύφθηκαν μινωικοί τάφοι τέτοιας μορφής, της ίδιας περίπου εποχής. Αν η χάλκινη περίφραξη που φέρει ο τάφος στα χρόνια του Παυσανία, η οποία σαφώς έχει λειτουργικό ρόλο, καθώς και οι διαστάσεις του Αδύτου που αναγνωρίζονται ως υποπολλαπλάσια της Κοσμικής Αρμονίας, βρίσκουν κάποια αντιστοιχία ή πιστοποιούν μια τέτοια Γνώση που ανάγεται στην Υπονεολιθική Περίοδο, τότε η Γνώση της εποχής αυτής είναι κυριολεκτικά αδιανόητη.

Το πέτρινο αλώνι, που περιστοιχίζει το Άδυτο είναι αντιγραφή της διαπιστωμένης άλλωστε στη Λειβαδιά, τόσο Ηλιακής όσο και Σεληνιακής Λατρείας.
Δεν είναι απίθανο λοιπόν να χρησίμευε και ως Τόπος Όρχησης.

Άλλωστε σε όλα τα Ιερά οι Ύμνοι στις επώνυμες θεότητες όχι μόνο ψέλνονταν αλλά και συνοδεύονταν από Όρχηση.
Ο άγνωστος στους περισσότερους σήμερα Ύμνος του Θανάτου τίποτα δεν αποκλείει να είχε δραστική παρουσία σ’ αυτό το επονομαζόμενο άλλωστε Καταβάσιον.
Ένα Καταβάσιον στον Άδη. Αλλά αυτό το θέμα αφορά και ενδιαφέρει την Θρησκειολογία. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι διασώθηκαν γκραβούρες της μεσαιωνικής Ευρώπης στις οποίες εικονίζονται Χοροί του Θανάτου.




Γεωργία Βυλλιώτη
Αρχαιολόγος
26/4/2017
Συνημμένα
Η Μυητική Διαδικασία στο Μαντείο του Τροφωνίου - Βυλλιώτη Γεωργία.pdf
(163.6 KiB) Ἔχει μεταφορτωθεῖ 28 φορές
"Αἰὲν ἀριστεύειν καὶ ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων, μηδὲ γένος πατέρων αἰσχυνέμεν»..

ΟΜΗΡΟΣ Ιλιάδα, Ζ 208
Ἀντιπροσωπευτικὸ εἰκονίδιο μέλους
ΧΑΒΟΥΤΣΑΣ ΒΛΑΣΗΣ
Μάκιστος
 
Δημοσ.: 1594
Ἐγγραφή: Πέμ 10/03/2005 15:24
Τοποθεσία: Ν38 36' 41" Ε23 31' 18"

Ἐπιστροφὴ στην Μυθολογία - Ἱστορία



Παρόντες

Παρόντες σὲ αὐτὴ τὴν Δ. Συζήτηση : Δεν ὑπάρχουν ἐγγεγραμμένα μέλη καὶ 1 ἐπισκέπτης